Τα χέρια του γδαρμένα ανείπωτος θυμός
Τα μάτια του στραμμένα κοιτάζουν νευρικά
Η φύση του Δραπέτης στου κόσμου τα δεινά
Ακούγοντας να λένε μας παίξαν στα χαρτιά
Χαμένες προσδοκίες δεν θέλει να μιλά
Ξέρει μοναχός του να κρίνει ο χρόνος τον κράτα
Μήπως το πούν πως φταίει μα καίει τη στιγμή
Αλήτικα βαδίζει σε δρόμος μυστικούς
Ξέρει καλά να βρίσκει αιώνιους στοχασμούς
Θέλει μοναχός του να μείνει σε βρώμικους καιρούς
Κρατά ψηλά τον πήχη δεν θέλει να καεί
Μόνο κοίτα τα πλήθη και φεύγει ένα πρωί
Μακριά από όλους και όλα ανθίζει η καρδιά
Τώρα για κείνα τα χρόνια δεν θέλει να μιλά
Μονάχος του δαμάζει του κόσμου την ψευτιά